Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα ΚλαδίΈνα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί
συλλογιζόμενο την ύπαρξή του
A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence

Η AMA FILMS παρουσιάζει το

Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας
στο Φεστιβάλ Βενετίας 2014

Το νέο αριστούργημα του Ρόι Άντερσον

Σύνοψη:
Σαν να ’ναι οι σύγχρονοι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα, οι Σαμ και Τζόναθαν, δύο πλανόδιοι πωλητές που εμπορεύονται ασυνήθιστα «παιχνίδια», μας μεταφέρουν σε μια καλειδοσκοπική περιπλάνηση στο ανθρώπινο πεπρωμένο. Πρόκειται για ένα ταξίδι που αποκαλύπτει την ομορφιά των απλών στιγμών, την ευτέλεια των άλλων, το χιούμορ και την τραγωδία που κρύβονται μέσα μας, το μεγαλείο της ζωής, καθώς και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας.

[Έξοδος:  13/11/2014]

 

Download PRESSBOOK

 

POSITIONING

Στη μαύρη κωμωδία του Ρόι Άντερσον Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξη του παρακολουθούμε δυο μεσήλικες πωλητές, που προσπαθούν να πουλήσουν τα ασυνήθιστα «παιχνίδια» τους, τα οποία θα προσφέρουν διασκέδαση, όπως πιστεύουν, στους ανθρώπους. Mε την ταινία αυτή, ο Ρόι Άντερσον ολοκληρώνει την τριλογία του για τον άνθρωπο, που ξεκίνησε το 2000 με τα Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο και συνέχισε το 2007 με την ταινία Εσείς οι ζωντανοί.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τρεις συναντήσεις με τον θάνατο: Ένας άντρας πεθαίνει από καρδιακή προσβολή ενώ προσπαθεί να ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, με τη γυναίκα του να εξακολουθεί την ετοιμασία του δείπνου στην κουζίνα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατά στο νεκροκρέβατο της μια τσάντα γεμάτη κοσμήματα, με τους γιους της να αγωνίζονται για να την μεταπείσουν: «Δεν επιτρέπεται να πάρεις την τσάντα μαζί σου στον ουρανό, Μητέρα, εκεί θα πάρεις νέα κοσμήματα…» Ένας ταξιδιώτης κείτεται νεκρός στην καφετέρια του φέρυ μποτ, ενώ είχε μόλις πληρώσει το γεύμα του. Η ταμίας ρωτάει: «Υπάρχει κάποιος που θέλει το γεύμα; Είναι δωρεάν!»

Ο Σαμ και ο Τζόναθαν είναι δυο πλανόδιοι πωλητές που πλασάρουν καινοτόμα αντικείμενα. Σαν να ’ναι οι σύγχρονοι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα, μας μεταφέρουν σε μια καλειδοσκοπική περιπλάνηση στο ανθρώπινο πεπρωμένο. Πρόκειται για ένα ταξίδι που αποκαλύπτει την ομορφιά των απλών στιγμών, την ευτέλεια των άλλων, το χιούμορ και την τραγωδία που κρύβονται μέσα μας, το μεγαλείο της ζωής, καθώς και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας. Αυτοί οι δυο πωλητές κάνουν ένα απίθανο ζευγάρι: ενώ προσπαθούν να πουλήσουν γκροτέσκ μάσκες για πάρτι την ίδια στιγμή τσακώνονται συνεχώς. Ο Σαμ που θεωρεί εαυτόν τον «εγκέφαλο» της επιχείρησης, πατρονάρει όλη την ώρα τον συνεργάτη του. Ο Τζόναθαν που είναι αργός και φλεγματικός, είναι ευτυχισμένος μόνο όταν γευματίζει. Τόσο απλά. Ο Σαμ και ο Τζόναθαν που εμπνέουν μια ιλαρότητα όσο και μια βαρύτητα, μας συνοδεύουν σε μια σειρά από πλούσια και ασυνήθιστα περιστατικά:

Ο καπετάνιος ενός φέρυ μποτ, εγκαταλείπει τη ζωή του στη θάλασσα και αποφασίζει να ανοίξει ένα κομμωτήριο. Κι ο μοναδικός του όμως πελάτης τον αφήνει, αφού του διηγείται τη μόνη έως εκείνη τη στιγμή εμπειρία του σε στρατιωτικού ύφους κουρέματα. Μια χορεύτρια φλαμένκο εξωτερικεύει τα συναισθήματα της σε έναν από τους μαθητές της, αγγίζοντας τον. Έξω από το στούντιο χορού, η καθαρίστρια αναφωνεί στο κινητό της: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Αργότερα, ένας υπάλληλος παρατηρεί την χορεύτρια του φλαμένκο και τον μαθητή της μέσα από το τζάμι ενός εστιατορίου, ενώ περιμένει για μια ακόμη φορά την αινιγματική του συνάντηση που όλο αναβάλλεται. Πραγματοποιώντας μια κλήση, αναρωτιέται: «Παρεξηγώ κάτι; Μήπως είμαι εγώ αυτός που κάνει το λάθος;»

Μέσα σε ένα μπαρ, ένας σκυθρωπός και μερικώς κουφός ηλικιωμένος άντρας παραγγέλνει ένα ακόμη σφηνάκι. Δυο άλλοι πελάτες παρατηρούν: «Εξήντα χρόνια – με πολλά σφηνάκια!» «Τι θα ήταν η ζωή χωρίς ένα ή δυο σφηνάκια;» Για μια στιγμή είμαστε στο 1943, και το φυσιολογικό είναι να πίνει ένας νέος άντρας. Ναύτες και στρατιώτες δεν έχουν καθόλου λεφτά και χρησιμοποιούν τη γοητεία τους για να παραγγείλουν ποτά στην παμπ Limping Lotta.

Στην κουζίνα, ο σύζυγος κάθεται κοντά στο παράθυρο ενώ η γυναίκα του μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Δυο νέα κορίτσια χτυπούν φυσαλίδες στο μπαλκόνι ενώ κινούνται επικίνδυνα στην άκρη του. Ένας στρατός του 18ου αιώνα με άλογα και πεζούς βαδίζει προς τη Μόσχα. Ο βασιλιάς και οι άντρες του σταματάνε σε ένα σύγχρονο μπαρ, προσβάλλοντας τους θαμώνες και τον ιδιοκτήτη του. Σε ένα άλλο μπαρ, ο υπάλληλος παραπονιέται για ένα ακόμη ακυρωθέν ραντεβού που προέκυψε.

Ο απελπισμένος διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι του, στέκεται στο γραφείο του μιλώντας στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Μετά από μια ταπεινωτική ήττα, ο άλλοτε γεμάτος αυτοπεποίθηση στρατός του 18ου αιώνα, διαλύεται σε χίλια κομμάτια. Στο μπαρ, ένας κουρασμένος υπάλληλος μουρμουρίζει σε έναν άλλον παραδίπλα που τον ακούει: «Εάν μόνο δεν έβρεχε!» Σε ένα εργαστήριο, ενώ ένας πίθηκος υποφέρει από ισχυρά ηλεκτροσόκ στη διάρκεια ενός διαβολικού πειράματος, ο επιστήμονας μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Ένα γιγαντιαίο και γκροτέσκ όργανο – αντίκα που περιβάλλεται από Βρετανούς στρατιώτες της αποικίας, παίζει μαγευτική μουσική μέσα από τους στεναγμούς των Αφρικανών κρατουμένων που «ψήνονται» αργά μέσα του…

Οι πωλητές Σαμ και Τζόναθαν μας βοηθούν να περιηγηθούμε σε αυτό το παράξενο σύμπαν με τα «οικεία» πρόσωπα, ενώ πωλούν τα ασυνήθιστα «παιχνίδια» τους. Σε διάφορες στιγμές της διαδρομής τους, προσπαθούν να πείσουν υποψήφιους αγοραστές ότι χρειάζονται κωμωδία και διασκέδαση. Πάντως οι ίδιοι δεν βρίσκουν τα προϊόντα τους ιδιαιτέρως διασκεδαστικά, κάνουν όμως ότι καλύτερο μπορούν για να πείσουν τους άλλους. Σε ένα κατάστημα, κι ενώ ανεπιτυχώς προσπαθούν να πουλήσουν το εμπόρευμα τους, ο Τζόναθαν φοβίζει μια πελάτισσα φορώντας μια… μάσκα. Σε ένα άλλο κατάστημα, επίσης ανεπιτυχώς προσπαθούν να μαζέψουν τα χρήματα που τους οφείλονται. Την ίδια στιγμή, οι προμηθευτές τους τους καλούν για να ζητήσουν τα χρήματα που αυτοί τους οφείλουν. Αργότερα, σε μια καφετέρια, ο Τζόναθαν βλέπει μια όμορφη γυναίκα να αποκαλύπτει τα πόδια της ενώ προσπαθεί να αφαιρέσει κάτι που την ενοχλεί στο παπούτσι. Την ίδια στιγμή, ακούει τα σχόλια των άλλων πελατών: «Τι το τόσο ιδιαίτερο έχει αυτή η κίνηση;»

Περιπλανώμενοι στο σύμπαν της ταινίας Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξη του δοκιμάζουμε την ομορφιά και τον παραλογισμό της ύπαρξής μας στο εδώ και τώρα, που περιβάλλεται από τους άλλους όμως και πάρα πολύ από τους εαυτούς μας.

 

 

Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα ΚλαδίΈνα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί
συλλογιζόμενο την ύπαρξή του
A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence

Η AMA FILMS παρουσιάζει το

Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας
στο Φεστιβάλ Βενετίας 2014

Το νέο αριστούργημα του Ρόι Άντερσον

Σύνοψη:
Σαν να ’ναι οι σύγχρονοι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα, οι Σαμ και Τζόναθαν, δύο πλανόδιοι πωλητές που εμπορεύονται ασυνήθιστα «παιχνίδια», μας μεταφέρουν σε μια καλειδοσκοπική περιπλάνηση στο ανθρώπινο πεπρωμένο. Πρόκειται για ένα ταξίδι που αποκαλύπτει την ομορφιά των απλών στιγμών, την ευτέλεια των άλλων, το χιούμορ και την τραγωδία που κρύβονται μέσα μας, το μεγαλείο της ζωής, καθώς και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας.

[Έξοδος:  13/11/2014]

 

Download PRESSBOOK

 

POSITIONING

Στη μαύρη κωμωδία του Ρόι Άντερσον Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξη του παρακολουθούμε δυο μεσήλικες πωλητές, που προσπαθούν να πουλήσουν τα ασυνήθιστα «παιχνίδια» τους, τα οποία θα προσφέρουν διασκέδαση, όπως πιστεύουν, στους ανθρώπους. Mε την ταινία αυτή, ο Ρόι Άντερσον ολοκληρώνει την τριλογία του για τον άνθρωπο, που ξεκίνησε το 2000 με τα Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο και συνέχισε το 2007 με την ταινία Εσείς οι ζωντανοί.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τρεις συναντήσεις με τον θάνατο: Ένας άντρας πεθαίνει από καρδιακή προσβολή ενώ προσπαθεί να ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, με τη γυναίκα του να εξακολουθεί την ετοιμασία του δείπνου στην κουζίνα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατά στο νεκροκρέβατο της μια τσάντα γεμάτη κοσμήματα, με τους γιους της να αγωνίζονται για να την μεταπείσουν: «Δεν επιτρέπεται να πάρεις την τσάντα μαζί σου στον ουρανό, Μητέρα, εκεί θα πάρεις νέα κοσμήματα…» Ένας ταξιδιώτης κείτεται νεκρός στην καφετέρια του φέρυ μποτ, ενώ είχε μόλις πληρώσει το γεύμα του. Η ταμίας ρωτάει: «Υπάρχει κάποιος που θέλει το γεύμα; Είναι δωρεάν!»

Ο Σαμ και ο Τζόναθαν είναι δυο πλανόδιοι πωλητές που πλασάρουν καινοτόμα αντικείμενα. Σαν να ’ναι οι σύγχρονοι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα, μας μεταφέρουν σε μια καλειδοσκοπική περιπλάνηση στο ανθρώπινο πεπρωμένο. Πρόκειται για ένα ταξίδι που αποκαλύπτει την ομορφιά των απλών στιγμών, την ευτέλεια των άλλων, το χιούμορ και την τραγωδία που κρύβονται μέσα μας, το μεγαλείο της ζωής, καθώς και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας. Αυτοί οι δυο πωλητές κάνουν ένα απίθανο ζευγάρι: ενώ προσπαθούν να πουλήσουν γκροτέσκ μάσκες για πάρτι την ίδια στιγμή τσακώνονται συνεχώς. Ο Σαμ που θεωρεί εαυτόν τον «εγκέφαλο» της επιχείρησης, πατρονάρει όλη την ώρα τον συνεργάτη του. Ο Τζόναθαν που είναι αργός και φλεγματικός, είναι ευτυχισμένος μόνο όταν γευματίζει. Τόσο απλά. Ο Σαμ και ο Τζόναθαν που εμπνέουν μια ιλαρότητα όσο και μια βαρύτητα, μας συνοδεύουν σε μια σειρά από πλούσια και ασυνήθιστα περιστατικά:

Ο καπετάνιος ενός φέρυ μποτ, εγκαταλείπει τη ζωή του στη θάλασσα και αποφασίζει να ανοίξει ένα κομμωτήριο. Κι ο μοναδικός του όμως πελάτης τον αφήνει, αφού του διηγείται τη μόνη έως εκείνη τη στιγμή εμπειρία του σε στρατιωτικού ύφους κουρέματα. Μια χορεύτρια φλαμένκο εξωτερικεύει τα συναισθήματα της σε έναν από τους μαθητές της, αγγίζοντας τον. Έξω από το στούντιο χορού, η καθαρίστρια αναφωνεί στο κινητό της: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Αργότερα, ένας υπάλληλος παρατηρεί την χορεύτρια του φλαμένκο και τον μαθητή της μέσα από το τζάμι ενός εστιατορίου, ενώ περιμένει για μια ακόμη φορά την αινιγματική του συνάντηση που όλο αναβάλλεται. Πραγματοποιώντας μια κλήση, αναρωτιέται: «Παρεξηγώ κάτι; Μήπως είμαι εγώ αυτός που κάνει το λάθος;»

Μέσα σε ένα μπαρ, ένας σκυθρωπός και μερικώς κουφός ηλικιωμένος άντρας παραγγέλνει ένα ακόμη σφηνάκι. Δυο άλλοι πελάτες παρατηρούν: «Εξήντα χρόνια – με πολλά σφηνάκια!» «Τι θα ήταν η ζωή χωρίς ένα ή δυο σφηνάκια;» Για μια στιγμή είμαστε στο 1943, και το φυσιολογικό είναι να πίνει ένας νέος άντρας. Ναύτες και στρατιώτες δεν έχουν καθόλου λεφτά και χρησιμοποιούν τη γοητεία τους για να παραγγείλουν ποτά στην παμπ Limping Lotta.

Στην κουζίνα, ο σύζυγος κάθεται κοντά στο παράθυρο ενώ η γυναίκα του μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Δυο νέα κορίτσια χτυπούν φυσαλίδες στο μπαλκόνι ενώ κινούνται επικίνδυνα στην άκρη του. Ένας στρατός του 18ου αιώνα με άλογα και πεζούς βαδίζει προς τη Μόσχα. Ο βασιλιάς και οι άντρες του σταματάνε σε ένα σύγχρονο μπαρ, προσβάλλοντας τους θαμώνες και τον ιδιοκτήτη του. Σε ένα άλλο μπαρ, ο υπάλληλος παραπονιέται για ένα ακόμη ακυρωθέν ραντεβού που προέκυψε.

Ο απελπισμένος διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι του, στέκεται στο γραφείο του μιλώντας στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Μετά από μια ταπεινωτική ήττα, ο άλλοτε γεμάτος αυτοπεποίθηση στρατός του 18ου αιώνα, διαλύεται σε χίλια κομμάτια. Στο μπαρ, ένας κουρασμένος υπάλληλος μουρμουρίζει σε έναν άλλον παραδίπλα που τον ακούει: «Εάν μόνο δεν έβρεχε!» Σε ένα εργαστήριο, ενώ ένας πίθηκος υποφέρει από ισχυρά ηλεκτροσόκ στη διάρκεια ενός διαβολικού πειράματος, ο επιστήμονας μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Ένα γιγαντιαίο και γκροτέσκ όργανο – αντίκα που περιβάλλεται από Βρετανούς στρατιώτες της αποικίας, παίζει μαγευτική μουσική μέσα από τους στεναγμούς των Αφρικανών κρατουμένων που «ψήνονται» αργά μέσα του…

Οι πωλητές Σαμ και Τζόναθαν μας βοηθούν να περιηγηθούμε σε αυτό το παράξενο σύμπαν με τα «οικεία» πρόσωπα, ενώ πωλούν τα ασυνήθιστα «παιχνίδια» τους. Σε διάφορες στιγμές της διαδρομής τους, προσπαθούν να πείσουν υποψήφιους αγοραστές ότι χρειάζονται κωμωδία και διασκέδαση. Πάντως οι ίδιοι δεν βρίσκουν τα προϊόντα τους ιδιαιτέρως διασκεδαστικά, κάνουν όμως ότι καλύτερο μπορούν για να πείσουν τους άλλους. Σε ένα κατάστημα, κι ενώ ανεπιτυχώς προσπαθούν να πουλήσουν το εμπόρευμα τους, ο Τζόναθαν φοβίζει μια πελάτισσα φορώντας μια… μάσκα. Σε ένα άλλο κατάστημα, επίσης ανεπιτυχώς προσπαθούν να μαζέψουν τα χρήματα που τους οφείλονται. Την ίδια στιγμή, οι προμηθευτές τους τους καλούν για να ζητήσουν τα χρήματα που αυτοί τους οφείλουν. Αργότερα, σε μια καφετέρια, ο Τζόναθαν βλέπει μια όμορφη γυναίκα να αποκαλύπτει τα πόδια της ενώ προσπαθεί να αφαιρέσει κάτι που την ενοχλεί στο παπούτσι. Την ίδια στιγμή, ακούει τα σχόλια των άλλων πελατών: «Τι το τόσο ιδιαίτερο έχει αυτή η κίνηση;»

Περιπλανώμενοι στο σύμπαν της ταινίας Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξη του δοκιμάζουμε την ομορφιά και τον παραλογισμό της ύπαρξής μας στο εδώ και τώρα, που περιβάλλεται από τους άλλους όμως και πάρα πολύ από τους εαυτούς μας.

 

 

Συνέντευξη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

06.09.04 | BIRGIT HEIDSIEK | CINEUROPA.org


Στις ταινίες σας, συνδυάζετε τις εποχές, τον θάνατο και τους τόπους. Δέχεστε επιρροές από διαφορετικούς πολιτισμούς;

Είναι εκπληκτικό το γεγονός πόσο μοιάζουμε μεταξύ μας, από τότε που ο άνθρωπος υπάρχει. Έχουμε βασικά πράγματα κοινά που αισθανόμαστε, όπως ο φόβος, ο σεβασμός, η χαρά και η λύπη. Μερικές φορές, σκεφτόμαστε διαφορετικά, όμως στα έγκατα της ψυχής μας είμαστε κοντά ο ένας με τον άλλον. Ακόμη και σε ένα μικρό αφρικανικό χωριό, οι κάτοικοι σκέφτονται τα ίδια πράγματα με τον υπόλοιπο κόσμο – πως να επιβιώσουν, να είναι χαρούμενοι, τι να φάνε, τι να πιούνε και να κάνουν παιδιά.

Ποιο είναι το νόημα που κρύβεται στην ταινία;

Η ένταση στις υφισταμένες σχέσεις, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ευρύ φάσμα της ζωής, της ύπαρξης. Για μένα, υπάρχουν τρία πράγματα που με απασχολούν και τα θεωρώ πολύ σημαντικά: Το ένα είναι η έλλειψη ενσυναίσθησης, γεγονός πολύ κακό ειδικά στις μέρες μας που οδηγεί στην διαρκώς αυξανόμενη έλλειψη σεβασμού. Το δεύτερο είναι η ευπάθεια. Είμαι πολύ λυπημένος όταν βλέπω ανθρώπους ευάλωτους να ταπεινώνονται. Η ταπείνωση είναι το τρίτο που με απασχολεί.

Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;

Η ίδια η ζωή. Έχω δει και βιώσει πολλές τέτοιες καταστάσεις. Μερικές φορές η ζωή είναι πολύ κοινή, μπανάλ και καθόλου ενδιαφέρουσα. Άλλες φορές είναι πολύ ιδιαίτερη, συναρπαστική κι επίσης τρομακτική. Πραγματικά λατρεύω αυτό το μείγμα, όπως και τη μίξη του χρόνου. Σε αυτήν την ταινία, υπάρχουν πολλοί αναχρονισμοί –μπερδεύεται το παρελθόν με το παρόν. Είμαι χαρούμενος που το τόλμησα αυτό γιατί υπήρξα πολύ ρεαλιστής. Όμως μετά από 15 χρόνια, ήμουν τόσο κουρασμένος ώστε αισθάνθηκα ότι έπρεπε να αφήσω στην άκρη τον ρεαλισμό και να τολμήσω την αφαίρεση.

Τι σας έκανε να αλλάξετε την προσέγγιση σας;

Εμπνεύστηκα από έναν Γερμανό που βίωσε τέτοιες σκληρές εμπειρίες στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τον Ότο Ντιξ, τον νούμερο ένα στη Νέα Αντικειμενικότητα που περιγράφω. Όλα αυτά είναι σαν πίνακες που εστιάζουν βαθιά. Στην αρχή της καριέρας μας, ήταν αδύνατο για εμένα να εστιάσω και να επικεντρωθώ στα πρόσωπα, αλλά αναλώνουν στην ομίχλη που υπήρχε στο προσκήνιο. Τώρα, είναι απίθανο για εμένα να κάνω μια σκηνή χωρίς να εστιάσω βαθιά, γεγονός που απαιτεί περισσότερο χρόνο και χρήμα. Κι αυτός είναι ο λόγος που προτιμώ να δουλεύω σε στούντιο. Όπως έλεγε ο Ματίς, δεν είναι όλα αναγκαία για τις εικόνες. Οι εικόνες μου καθορίζονται από το σήμερα, και επιδιώκω να είναι παγκόσμιες και διαχρονικές. Για να επιτύχω αυτήν την καθολικότητα των εικόνων, προτιμών να επικεντρωθώ στο χρώμα του δέρματος των ηθοποιών παρά στα ρούχα τους. Δεν θα επιστρέψω ποτέ στον ρεαλισμό.

Ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην κινηματογραφική σχολή;

Ήταν επιθεωρητής στη σχολή, στη διάρκεια των σπουδών μου εκεί. Δυο φορές τον χρόνο, έπρεπε να τον επισκέπτομαι στο γραφείο του ώστε να μου πει τι πρέπει να κάνω. Εκείνη την εποχή, ήμουν πολύ απασχολημένος με τις διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Και η σχολή μας ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρη: μπορούσαμε να δανειστούμε κάμερα ώστε να γυρίσουμε ταινία για δυο χρόνια, όπως επίσης κι άλλο υλικό για τα γυρίσματα, ενώ τα έξοδα του εργαστηρίου καλύπτονταν από τη σχολή. Όταν ο Μπέργκμαν κατάλαβε ότι χρησιμοποιούσαμε τον εξοπλισμό και τα εργαστήρια για να καλύπτουμε τις διαδηλώσεις, εξοργίστηκε, και μου είπε έντονα: «Αν συνεχίζεις να χρησιμοποιείς με αυτόν τον τρόπο τον εξοπλισμό και τα προνόμια που έχεις εδώ, πότε δεν θα έχεις την ευκαιρία να κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία».

Κι εσείς τι κάνατε;


Δεν έλαβα υπόψη μου την προειδοποίηση αυτή. Γιατί ήξερα ότι μακροπρόθεσμα θα χάσει αυτή τη «μάχη».

Στο παρελθόν, χρηματοδοτούσατε τις ταινίες σας γυρίζοντας διαφημιστικά. Αυτή την ταινία πως την χρηματοδοτήσατε;

Έχω φτιάξει το δικό μου στούντιο για να κάνω διαφημιστικά. Όμως δεν χρειάστηκε να διακόψω την παραγωγή διαφημιστικών για να γυρίσω αυτή την ταινία. Κι είμαι χαρούμενος γι’ αυτό. Δεν χρειάζεται πια να κάνω διαφημιστικά ώστε να γυρίσω ταινία μετά. Καθότι πια δεν κάνω αφού η ποιότητα τους έχει πέσει πολύ, και είναι σχεδόν ντροπή να ασχολείσαι στις μέρες με αυτά. Όταν ξεκινούσα σε αυτόν τον χώρο υπήρξαν αρκετά εξαιρετικά διαφημιστικά που γινόντουσαν.

Και πως χρηματοδοτήσατε την ταινία σας;

Κυνήγησα και έλαβα υποστήριξη από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το κανάλι ARTE, το πρόγραμμα EURIMAGES, το Σουηδικό και το Νορβηγικό Κέντρο Κινηματογράφου, και από μερικές προ-πωλήσεις. Όλα μαζί συγκέντρωσαν τέσσερα εκατομμύρια ευρώ μπάτζετ.

Πως καταφέρατε να γυρίσετε την ταινία σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι ταυτόχρονα οι ηθοποιοί διαθέσιμοι;


Βρήκα λύσεις. Δούλεψα με τον δικό μου τρόπο, στο δικό μου στούντιο, στις δικές μου ώρες. Έχω επενδύσει πολλά και στις τρεις ταινίες, πήρα μέχρι και τραπεζικό δάνειο, κι ελπίζω στο μέλλον να πάρω πίσω αυτά που επένδυσα. Θέλησα να έχω τον πλήρη έλεγχο των ταινιών και να μην εξαρτιέμαι από καμία εταιρεία.

Τι πραγματεύεται η επόμενη ταινία σας;

Έχω εμπνευστεί από τους πίνακες του Γκόγια Los Caprichos. Θα γυρίσω και πάλι ψηφιακά.



Ρόι Άντερσον: Δυο τρία πράγματα που ξέρουμε γι΄ αυτόν

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΡΟΪ ΑΝΤΕΡΣΟΝ: ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ | TOSPIRTO.NET


Ρόι Άντερσον, λοιπόν… Ο θριαμβευτής του φετινού Φεστιβάλ Βενετίας που με το μαγευτικά παράδοξο Ένα περιστέρι κάθισε σε ένα κλαδί αναλογιζόμενο την ύπαρξη του γοήτεψε κοινό και κριτικούς… Ο γνωστός-άγνωστος του σκανδιναβικού σινεμά, που κάποιοι αποκαλούν, όχι άστοχα, «ο Μπέργκμαν της φαρσοκωμωδίας»… Αν και το Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο (Sånger från andra våningen, 2000), η πρώτη ταινία από την άκρως σινεφιλική τριλογία που μόλις ολοκληρώθηκε με το Περιστέρι, είχε κάνει κατάσταση στα μέρη μας -κι όσοι την είδαν δεν πρόκειται να την ξεχάσουν ποτέ– η αλήθεια είναι πως ο Άντερσον παραμένει terra incognita για τους περισσότερους. Ακόμη και μέσα στο πλαίσιο των μη εμπορικών, ιδιοσυγκρασιακών auteur του κινηματογράφου. Ιδού, λοιπόν, δυο τρία πράματα που ξέρουμε για αυτόν:

• Με δεδομένο ότι έχει γυρίσει μόλις πέντε ταινίες μέσα σε ισάριθμες δεκαετίες, εύλογα προκύπτει το ερώτημα: τι διάολο κάνει «κανονικά»; Με πάνω από 400 διαφημιστικά σποτάκια που έχει φτιάξει ο Άντερσον για τη σκανδιναβική τηλεόραση. Υπέροχος γκρι-μπλε φωτισμός, υψηλή μα λιτή αισθητική, το γνωστό του καδράρισμα από μέση απόσταση, «μικροί» καθημερινοί πρωταγωνιστές και, πάνω απ’ όλα, εκείνο το απαράμιλλο, σουρεαλιστικό του χιούμορ. Άπαιχτα!

• Σε παλιότερη συνέντευξή του στους New York Times ο Άντερσον έχει εξηγήσει: «Μ’ αρέσει να κάνω ταινίες για τις καθημερινές ανθρώπινες αδυναμίες και τα κουσούρια. Για την τρωτότητα του ανθρώπου. Για την ταπείνωση και το ρεζίλεμα -όταν οι άνθρωποι ταπεινώνουν τους άλλους κι όταν ταπεινώνουν τον ίδιο τους τον εαυτό». Απλά, μεγαλειώδη μικροπράγματα, δηλαδή…

• Το άλλο που εξήγησε πιο πρόσφατα ο 71χρονος σουηδός σκηνοθέτης είναι το από πού άντλησε έμπνευση για την άρτι βραβευθείσα ταινία του. Πώς του κατέβηκε, δηλαδή, η ιδέα για τον τίτλο και (ίσως) το περιεχόμενο του Περιστεριού. Να το πάρει, λοιπόν, το ποτάμι: από την  γνωστή ελαιογραφία του φλαμανδού ζωγράφου Πιέτερ Μπρίγκελ Οι κυνηγοί στο χιόνι (1565). Αυτό ήταν το έναυσμα -λέει. Τα υπόλοιπα, προδήλως, προέκυψαν στο κεφάλι αυτού του μοναδικού δημιουργού του παγκόσμιου σινεμά.

• Και, για το τέλος, κάτι πιο… πιασάρικο. Τη μουσική της ταινίας Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο υπέγραφε ο πασίγνωστος Μπένι Άντερσον (απλή, σουηδική συνωνυμία) των αείμνηστων και θρυλικών Abba. Πλην όμως, σε συνέντευξή του εκείνης της εποχής, ο Άντερσον (ο σκηνοθέτης) είχε δηλώσει απερίφραστα: «Ποτέ μου δεν υπήρξα φαν των Abba, αν και θαυμάζω κάποια από τα μοτίβα της μουσικής τους. Όχι, τον Μπένι τον ήξερα μέσω της συνεργασίας του με έναν σουηδό εικαστικό». Και μετά, λέει, ο ανάδελφος σκηνοθέτης φέρεται πως άρχισε να σιγοτραγουδάει το πιανιστικό ριφ από το «Dancing Queen»… Σουρεάλ στρέιτ-θρου.



 

Συντελεστές Ταινίας

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Πρωταγωνιστούν: Χόλγκερ Άντερσον, Νιλς Γουέστμπλομ, Σαρλότα Λάρσον, Βίκτορ Γκίλενμπεργκ, Λότι Τόρνρος, Γιόνας Γκέρχολμ, Όλα Στένσον, Όσκαρ Σαλόμονσον, Ρότζερ Όλσεν Λίκβερν

Είδος ταινίας: Κωμωδία, Δράμα

Σκηνοθεσία - Σενάριο: Ρόι Άντερσον

Παραγωγοί: Περνίλα Σάντστρομ, Γιόχαν Κάρλσον

Συμπαραγωγοί: Φιλίπ Μπομπέρ, Χάκον Οβεράς, Σάρα Νέιτζελ, Ιζαμπέλ Βίγκαντ

Φωτογραφία: Ιστβάν Μπορμπάς, Γκέργκελι Πάλος

Μοντάζ: Αλεξάντρα Στράους

Εταιρείες Παραγωγής: Roy Andersson Filmproduktion AB, 4 1/2 Film (co-producer), Nordisk Film- & TV-Fond (support)

Διανομή: Amafilms (Ελλάδα)

Χρονολογία παραγωγής: 2014

Χώρες Παραγωγής: Σουηδία, Νορβηγία, Γαλλία, Γερμανία

Γλώσσα: Σουηδικά

Εικόνα: Έγχρωμη

Διάρκεια: 100'

 

 

Φεστιβάλ Βραβεία Διακρίσεις

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ | ΒΡΑΒΕΙΑ | ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ



  • Η ταινία Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξη του Ρόι Άντερσον πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 71ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας κερδίζοντας τον πρώτο βραβείο, το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας.
  • Έκτοτε, έχει προβληθεί στο κινηματογραφικά φεστιβάλ του Τορόντο, του Ρέικιαβικ, του Μπουσάν (Ν. Κορέα), κι ακολουθούν του Αμπού Ντάμπι, του Τόκυο, της Στοκχόλμης, της Λουμπλιάνας κ.ά.
  • Στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης προβάλλεται ως ταινία της τελετής λήξης της διοργάνωσης. Ενώ πραγματοποιείται αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του Σουηδού σκηνοθέτη.

  • Στις 24 Οκτωβρίου προβλήθηκε στις αίθουσες της Νορβηγίας κι ακολουθούν η Σουηδία, η Γερμανία κ.ά.
  • Στις ελληνικές αίθουσες θα προβάλλεται από τις 13 Νοεμβρίου 2014, σε διανομή AMA Films.



 

Βιογραφικό / Φιλμογραφία

 

ΡΟΪ ΑΝΤΕΡΣΟΝ
Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Ρόι Άντερσον γεννήθηκε το 1943 στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Το 1969 αποφοίτησε από τη Σουηδική Σχολή Κινηματογράφου και η πρώτη του ταινία Μια Σουηδική ερωτική ιστορία, κέρδισε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1970. Το Γκίλιαπ, η δεύτερη ταινία του, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Καννών, στο τμήμα Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών το 1976.

Το 1975, ξεκίνησε μια πρωτοποριακή καριέρα ως σκηνοθέτης στη διαφήμιση, κερδίζοντας συνολικά οκτώ Cannes Lions. Το 1981, ίδρυσε το Studio 24 στη Στοκχόλμη, προκειμένου να κάνει την παραγωγή και να γυρίζει ανεξάρτητα τις ταινίες του. Τότε ήταν που ανέπτυξε το μοναδικό του κινηματογραφικό ύφος. Μετά το Κάτι συνέβη και τον Κόσμο της δόξας, δύο μικρού μήκους ταινίες που κέρδισαν πολλά βραβεία (όπως σε εκείνο του Κλερμόν-Φεράν), γύρισε το Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο, που κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών το 2000.

Η ταινία, που ήταν το πρώτο μέρος της Τριλογίας των ζωντανών, ακολουθήθηκε από το Εσείς οι ζωντανοί, που επίσης προβλήθηκε στις Κάννες. Οι ταινίες αυτές εδραίωσαν το προσωπικό του στυλ, που διακρίνεται από στατικά πλάνα και επιμελώς κατασκευασμένα ταμπλό βιβάν, στοιχεία κωμωδίας του παραλόγου, όπως κι από έναν ουσιώδη ουμανισμό.

Το 2009, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης τίμησε τον Άντερσον με μία έκθεση όπου παρουσιάστηκε όχι μόνο συνολικά το κινηματογραφικό του έργο, αλλά και ορισμένα από τα διαφημιστικά του σποτ. Η ταινία Ένα περιστέρι έκατσε σ’ ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του, η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, είναι το τρίτο κομμάτι της τριλογίας που ολοκληρώνεται μετά από 15 χρόνια.



Φιλμογραφία (ενδεικτική)


1970 - Μια Σουηδική ερωτική ιστορία
1975 - Γκίλιαπ
2000 - Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο
2007 - Εσείς οι ζωντανοί
2014 - Ένα περιστέρι έκατσε σ’ ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του

 

Κριτικές

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Μια υπέροχη μεταφυσική, μπουρλέσκ ταινία που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να γυρίσει.

Χ. Brooks, The Guardian

Απολαυστική, περίεργη, αστεία.

P. Debruge, Variety

Μια ήσυχη ταινία πάνω στον παραλογισμό της ζωής, με χαλαρό χιούμορ.

D. Young, The Hollywood Reporter

Μια ασυνήθιστη εμπειρία, ένα έργο τέχνης που αξίζει μια δροσερή ματιά.

L. Marshall, Screendaily

Ένα σύμπαν κατευθείαν από τον παράδεισο.

R. Collin, The Telegraph


Έξυπνα φτιαγμένη, όμορφη στην θέαση, μελαγχολική αλλά συγχρόνως και αστεία.

Γ. Ζουμπουλάκης, Το Βήμα

Ένα πραγματικό διαμάντι.

Α. Καπράνος, Τα Νέα

Τόσο όμορφη αλλά και τόσο θλιμμένη.

Γ. Κρασσακόπουλος, flix.gr

 

 

Φωτογραφίες

 

 

 

 

Βίντεο Τρέιλερ

 

 

Ημερομηνία εξόδου και αίθουσες

 

ΑΠΟ ΠΕΜΠΤΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ:
ΑΣΤΥ (ΚΟΡΑΗ 4 ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ. 210 3221925)
ΠΤΙ ΠΑΛΑΙ (ΡΙΖΑΡΗ 24 ΠΑΓΚΡΑΤΙ - ΤΗΛ. 210 7291800)
ΟΛΥΜΠΙΟΝ (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ 10 ΘΕΣ/ΝΙΚΗ - 2310 378404)

 


Κινηματογράφος ΑΣΤΥ